Η Αρχιτεκτονική του κτιρίου

Η ιδέα ενός νέου, μικρού λαογραφικού Μουσείου στο αδρό αλλά γαλήνιο τοπίο του Ευπαλίου, υπήρξε για τον αρχιτέκτονα μια καλόδεχτη πρόκληση. Το λειτουργικό πρόγραμμα απαιτούσε ένα χώρο συνεχόμενο και ενιαίο, όπου θα εύρισκε θέση ο οικιστικός και παραγωγικός εξοπλισμός μιας ορεινής αγροτικής και ποιμενικής κοινωνίας, η οποία χαρακτηρίζεται από λιτότητα, οικονομία και χρησιμότητα. Σκεύη οικιακά, γεωργικά και κτηνοτροφικά, αργαλειοί, ρόκες, σφοντύλια, το τζάκι, τα κεντήματα και τα φορέματα μιας αυτόνομης οικονομίας και παραγωγής ζητούσαν να εκταθούν ομότροπα στο νέο Μουσείο. Έτσι ο εκθεσιακός χώρος αναπτύχθηκε σε σχήμα Γ και περιέχει όλη σχεδόν την μαρτυρία των υλικών κατάλοιπων των Ευπαλιωτών ως μνήμη αδιάσπαστη οπτικά.

Η αίθουσα αυτή ανοίγει όμως στην αυλή και στον κήπο και κατεβαίνει στο δρόμο, όπως γίνεται και στο Ευπαλιώτικο σπίτι, του οποίου αποτελεί ουσιαστικά χωρικό απείκασμα. Έξω από τον μουσειακό χώρο αλλά ως δομικό μέλος του μικρού αρχιτεκτονικού συγκροτήματος, τοποθετήθηκε το δεύτερο μικρότερο κτίσμα με τις βοηθητικές λειτουργίες (γραφείο, χώρος υγιεινής κ.λ.π.) υποταγμένες στην εκθεσιακή, που υπερέχει ογκομετρικά.

Στέγη, ανοίγματα, επεξεργασία, των όψεων και χρωματισμός ακολουθούν την τοπική παραδοσιακή τεχνοτροπία βασισμένη σε αχνές μνήμες ενός λαϊκού κλασικισμού με δωρική απλότητα όσο και λιτότητα. Έτσι έγινε η προσπάθεια να ενταχθεί το μικρό αρχιτεκτόνημα τόσο στις απαλές πλαγιές του πράσινου τοπίου, όσο και στην πολύχρονη οικιστική παράδοση ενός τόπου, όπου κυριαρχεί η οικονομία των μέσων και των υλικών και όπου η ολιγάρκειά τους γίνεται επινόηση και τέχνη υπηρετική της ζωής.

Γ. Λάβας – Ι. Ρήγος

Αρχιτέκτονες